Σάββατο, 22 Μαρτίου 2014

«Κριμαία, βαλκανιοποίηση και η θέση της Ελλάδας»

«Κριμαία, βαλκανιοποίηση και η θέση της Ελλάδας»: Ανοίγουν εκ νέου οι ασκοί τους αιόλου της βαλκανιοποίησης. Άρθρο του αναπληρωτή καθηγητή Ευρωπαϊκών Σπουδών του Πανεπιστημίου Μακεδονίας Γιώργου Βοσκόπουλου.



Ανοίγουν εκ νέου οι ασκοί τους αιόλου της βαλκανιοποίησης. Άρθρο του αναπληρωτή καθηγητή Ευρωπαϊκών Σπουδών του Πανεπιστημίου Μακεδονίας Γιώργου Βοσκόπουλου
23 Μαρ 2014 - 03:10
Picture 0 for «Κριμαία, βαλκανιοποίηση και η θέση της Ελλάδας»
Του Γιώργου Βοσκόπουλου*
 
Η απόσχιση της Κριμαίας ανοίγει εκ νέου τους ασκούς του Αιόλου τηςβαλκανιοποίησης. Ο όρος χρησιμοποιήθηκε για να περιγράψει συστημικές συνθήκες κατακερματισμού, παίγνιων μηδενικού αθροίσματος και αλλαγών στο εδαφικό καθεστώς. Είναι οι συνθήκες που εκμεταλλεύονται αναθεωρητικές χώρες προκειμένου να αποκομίσουν εδαφικά οφέλη.  
 
Με τη διάλυση της Γιουγκοσλαβίας ΕΟΚ/ΕΕ και ΗΠΑ επέλεξαν να στηρίξουν χωρίς σαφείς όρους και προϋποθέσεις το αίτημα της αυτοδιάθεσης των λαών σε βάρος του απαραβίαστου των συνόρων, οπότε άνοιξαν την κερκόπορτα της αστάθειας. Ήταν μια εν δυνάμει επιλογή αποσταθεροποίησης χωροταξικών ζωνών στις οποίες συγκρούονταν τα συμφέροντα εξωσυστημικών δρώντων. Η ιστορία θα αποδείξει αν η επιλογή έγινε με όρους ενός αιθεροβάμονος ιδεαλισμού ή του ιμπεριαλισμού των ανθρωπίνων δικαιωμάτων όπως τον προσδιόρισε ο Χομπσμπάουν. Αυτό συνέβη στην περίπτωση της Σερβίας και τουΚοσσυφοπεδίου, όταν η Μόσχα επικαλέστηκε το διεθνές δίκαιο για να μην προχωρήσει στην αναγνώριση του. Τότε η Δύση «όπλισε» τη Μόσχα με ένα τετελεσμένο το οποίο έμελλε να χρησιμοποιήσει στην περίπτωση της Γεωργίας και σήμερα της Κριμαίας. 
 
Η παρούσα συγκυρία παρουσιάζει μία διευρυμένη χωροταξία εσωτερικής πολιτικής ρευστότητας σε ζώνες αστάθειας. Δεν συνιστά ένα νέο Ψυχρό Πόλεμο για μια σειρά από διακριτούς λόγους. Πρώτον, ο Ψυχρός Πόλεμος αποτέλεσε μία διευρυμένη συστημική αντιπαράθεση συνασπισμών με μη συμβατικές κοσμοθεωρίες. Η σημερινή σύγκρουση Δύσης και Ρωσίας δεν παρουσιάζει παρόμοια ποιοτικά, ποσοτικά, δομικά και οργανωτικά συστατικά, καθώς είναι μικρότερης κλίμακας ως προς την γεωστρατηγική χωροταξία της. Η στρατηγική της Ρωσίας εμπίπτει στα πλαίσια ενός αμυντικού Ρεαλισμού και προάσπισης μίας σφαίρας επιρροής και όχι διεύρυνσής της. Αυτό δεν αναιρεί το επιθετικό μπραβάντο της Μόσχας όπως ενεργοποιήθηκε από την αλόγιστη άσκηση πιέσεων από Ευρωπαίους και Αμερικανούς προς το Κίεβο.
 
Η πολιτική επικυριαρχία της Μόσχας στην Κριμαία αποτελούσε ένα δεδομένο το οποίο οι δυτικοί όφειλαν να λάβουν υπόψη τους ως μία καταστατική συνθήκη. Τέτοιου είδους σχέσεις εξάρτησης δεν μεταβάλλονται χωρίς την παροχή ισχυρών κινήτρων. Η επιλογή τους να ενεργοποιήσουν τα μιλιταριστικά αντανακλαστικά της Μόσχας ήταν λανθασμένη. Μάλιστα η αστοχία της επιλογής αυτής ήταν τόσο μεγάλη που δημιουργεί ερωτήματα για τα κίνητρα αυτών που επέλεξαν την κλιμάκωση της αντιπαράθεσης με τη Ρωσία και ουσιαστικά θυσίασαν την εδαφική ακεραιότητα της Ουκρανίας.   
 
Μία μακροπρόθεσμη αντιπαράθεση ανάμεσα σε ΕΕ, ΗΠΑ και Ευρώπη μπορεί να οδηγήσει σε διευρυμένη αστάθεια σε επίπεδο περιφέρειας με απρόβλεπτες συνέπειες για την ευρωπαϊκή κυρίως οικονομία. Η μαξιμαλιστική πολιτική των εμπλεκομένων στην κρίση ενεργοποίησε και πολλαπλασίασε τα διαλυτικά φαινόμενα εντός της Ουκρανίας και θα μπορούσε να προκαλέσει ντόμινο εξελίξεων σε μία χώρα στην οποία ένα σημαντικό ποσοστό των κατοίκων της είναι ή αυτοπροσδιορίζονται ως Ρώσοι. Αυτό είναι ένα μεγάλο πολιτικό όπλο και διακριτό στρατηγικό πλεονέκτημα στα χέρια της Μόσχας. Είναι το όπλο που δεν διαθέτουν η ΕΕ και οι ΗΠΑ. Ένα όπλο που χρησιμοποιεί η Μόσχα κάνοντας χρήση της επιχειρηματολογίας των δυτικών στις κρίσεις στα Βαλκάνια και στη Γεωργία. Με απλά λόγια το όπλο των δυτικών έγινε μπούμερανγκ στα χέρια της Μόσχας. 
 
Η πολιτική Ευρωπαίων και Αμερικανών θα προσδιορίσει το αν οι εδαφικές απώλειες για την Ουκρανία θα αφορούν μόνο την Κριμαία. Για να αποφευχθεί ο περαιτέρω κατακερματισμός της χώρας θα πρέπει να εξευρεθεί μία πολιτική φυσιογνωμία κοινής αποδοχής στο εσωτερικό της Ουκρανίας η οποία θα ενώσει μία κατακερματισμένη και διχασμένη χώρα και θα προσφέρει λύσεις στα οξυμένα δημοσιονομικά προβλήματα που αντιμετωπίζει. Αυτή η παράμετρος αποτέλεσε σημαντικό όπλο της Μόσχας έναντι των κατοίκων της Κριμαίας. Η υπόσχεση Πούτιν για αύξηση των μισθών των δημοσίων υπαλλήλων στην περιοχή και η βελτίωση της ποιότητας ζωής των κατοίκων της αποδεικνύουν του λόγου το αληθές.
 
Δύο παράμετροι μας επιτρέπουν να προχωρήσουμε σε αξιολογήσεις για τις μελλοντικές εξελίξεις. Πρώτον, οι ήπιες, επί της ουσίας, κυρώσεις των Δυτικών κατά της Μόσχας αναδεικνύουν μια ρεαλιστική αξιολόγηση των δεδομένων και του διακυβεύματος για όλους τους εμπλεκόμενους. Δεύτερον, η απόφαση της ΕΕ να προχωρήσει στη σύναψη συμφωνίας σύνδεσης με την Ουκρανία φαίνεται να εξωτερικεύει μια λογική διαμελισμού της χώρας. Η συμπεριφορά των Ρώσων κατοίκων στα ανατολικά σύνορα της χώρας θα αποτελέσει κριτήριο και καταλυτικό παράγοντα των εξελίξεων.     
 
Κριμαία, Ρωσία και Ελλάδα
 
Η θέση της Ελλάδας επιβάλλεται επί της αρχής να διαμορφώνεται με γνώμονα τη διαχρονική αρχή της διατήρησης της εδαφικής ακεραιότητας, αφού τα φαινόμενα κατακερματισμού αναπόφευκτα δημιουργούν αστάθεια και αποτελούν ευκαιρίες για αναθεωρητικές χώρες. Το ιστορικό παράδειγμα των Βαλκανίων θα πρέπει να έχει παιδαγωγικό χαρακτήρα για τη χώρα μας. Στην παρούσα συγκυρία αυτή η επιλογή συμπίπτει καταστατικά με τις επιλογές εταίρων στην ΕΕ και συμμάχων στο ΝΑΤΟ, οπότε δεν δημιουργεί πρόβλημα σύμπλευσης ή συμπαράταξης.   
 
Ωστόσο μία παρατεταμένη αντιπαράθεση των δυτικών με τη Μόσχα θα μπορούσε να επηρεάσει τις ελληνορωσικές σχέσεις και να εγείρει αξιώσεις από πλευράς εταίρων στην ΕΕ και συμμάχων στο ΝΑΤΟ. Αυτές μπορούν να εγερθούν στα πλαίσια τυπικών και ουσιαστικών δεσμεύσεων μας έναντι της Ένωσης και του ΝΑΤΟ, οπότε θα είναι εξαιρετικά δύσκολο να αγνοηθούν. Υπό τις παρούσες συνθήκες η χώρα δεν μπορεί να απομονωθεί από τις ΗΠΑ και την ΕΕ, αφού δεν υπάρχει καμία άλλη αξιόπιστη εναλλακτική πρόταση.  
 
Η επιλογή αυτή φαίνεται να είναι η μόνη ρεαλιστική τη στιγμή που στα ανατολικά σύνορα της χώρας υπάρχει μία στρατιωτικά ισχυρή, πολιτικά ασταθής και διαχρονικά αναθεωρητική χώρα. Ιστορικά η Τουρκία έχει χρησιμοποιήσει τις μειονότητες στις όμορες χώρες ως στρατηγικές μειονότητες με στόχο να ασκήσει πολιτικές πιέσεις. Αυτή η πολιτική θα μπορούσε να εκλάβει μία ουσιαστική χροιά de jure αμφισβήτησης των συνόρων από πλευράς Άγκυρας. Συνεπώς η Ελλάδα δεν μπορεί να στηρίξει πολιτικές αναγνώρισης περιοχών που έχουν αποσχιστεί. Ωστόσο η επίκληση του διεθνούς δικαίου δεν μπορεί να υποκαταστήσει την ανάγκη οργανωμένης προάσπισης των εθνικών συμφερόντων, ιδιαίτερα σε μία περίοδο κατά την οποία το φαινόμενο της Βαλκανιοποίησης φαίνεται να διευρύνεται σε συνθήκες οι οποίες μπορεί να μην αποτελούν ένα συγκυριακό φαινόμενο αλλά συνειδητή επιλογή κάποιων.  
 
* Ο Γιώργος Βοσκόπουλος είναι αναπληρωτής καθηγητής Ευρωπαϊκών Σπουδών, Τμήμα ΔΕΣ, Πανεπιστήμιο Μακεδονίας

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου