Πέμπτη, 29 Μαρτίου 2012

Το Ρουμλούκι. Οι Μακεδόνες του στην Εθνεγερσία του 1821

Πέμπτη, 29 Μαρτίου 2012

Φ.Κόντογλου
Του V.  Bérard - Απόσπασμα από το "Οδοιπορικό στη Μακεδονία (1890- 1892)"
Στα νότια της Καστοριάς αρχίζει το Ρουμλούκ, ο τόπος των «Ρουμί», των Ελλήνων. 

Η τούρκικη αυτή ονομασία προσδιορίζει πιο ειδικά τις περιοχές Καραφέρια και Σέρβια, τις κατωφέρειες του Ολυμπου.

 Οι μουσουλμάνοι όμως της Καστοριάς τον εφαρμόζουν και στα δυο καντόνια που μας χωρίζουν από τα θεσσαλικά σύνορα, την Ανασελίτσα και τα Γρεβενά.

Πραγματικά, ο τόπος αυτός παρέμεινε πάντοτε ελληνικός.

 Ένα φιρμάνι του Σουλεϊμάν του Μεγαλοπρεπούς είχε αναγνωρίσει στους πληθυσμούς αυτούς το δικαίωμα της οπλοφορίας και η Πύλη, για να υπερασπίσει την αυτοκρατορία από τις αλβανικές επιδρομές, είχε δημιουργήσει υπό την ονομασία των Αρματολών ένα είδος τοπικής πολιτοφυλακής.
Οι Αρματολοί, απαλλαγμένοι από κάθε άλλο βάρος εκτός από την υπηρεσία σε καιρό πολέμου και τα αστυνομικά καθήκοντα σε καιρό ειρήνης, υπάκουαν σε κάθε περιοχή στον καπετάνιο τους.
Ο κληρονομικός ή αιρετός αυτός καπετάνιος επικυρωνόταν από την Πύλη, που τον επιχορηγούσε κιόλας.

 Η Βέροια, τα Σέρβια και τα Γρεβενά ήσαν τα τρία καπετανάτα της Μακεδονίας.
Υπήρχαν άλλα έντεκα σκορπισμένα στη Θεσσαλία και την Πίνδο.
Οι Αρματολοί δεν ξεχώρισαν ποτέ με σαφήνεια την ειρήνη από τον πόλεμο ούτε την αστυνόμευση από τις επιδρομές.

Ενδυμασία Ρουμλουκίου
Η ανεξαρτησία τους έφτανε ως την εξέγερση και, από τα μέσα του 18ου αιώνα, οι καπεταναίοι, αρνούμενοι την υπηρεσία έξω από τον τόπο και πολεμώντας μεταξύ τους μέσα στον τόπο, ξαλάφρωναν με πνεύμα ισονομίας τόσο τους χριστιανούς από τα πουγκιά τους, όσο και τους πασάδες από τις γυναίκες τους.

 Τα δημοτικά τραγούδια διαφύλαξαν την ανάμνηση των παλαιών αυτών παλικαριών (1750-60):

Ο Σύρος από τα Σερβιά κι ο Νάννος απ’ τη Βέροια
Κονάκια ’χουν στην Τσαπουρνιά, Κονάκια στα Κανάλια,
Παπά ψωμί, παπά κρασί, παπά ταγή τ ’ αλόγου,
Παπά, φέρε την κόρη σου, τη θέλει ο καπετάνιος.
Εγώ πασά δε σκιάζουμαι, βεζίρη δε φοβούμαι.
Πασά ’χω το τουφέκι μου, βεζίρη το σπαθί μου.
Τρεις μέρες κάνω πόλεμο στη Νιάουστ’ από πάνω*.


Όταν ήρθε η ελληνική επανάσταση, οι Αρματολοί ήσαν ήδη προετοιμασμένοι για την ζωή του ηρώα.
Οι αγωγιάτες ακόμη τραγουδούν τους πέντε Βλαχαβαίους από τα Γρεβενά, και το Διαμαντή, και τον Μπουκουβάλα και τον Τάσο που πολέμησαν από τα 1817 έως τα 1822.

Ο Μεχμέτ Αβουλαβούτ πασάς κατέπνιξε με αγριότητα την εξέγερση στο Ρουμλούκ.

Ο θρύλος δε θυμάται πια σήμερα παρά τα μεγάλα ανδραγαθήματα του Μπουκουβάλα, του Μπουκουβάλα που πήρε τα Σέρβια, του Μπουκουβάλα που πήρε τη Νάουσα, του Μπουκουβάλα που πολέμησε με 1.500 Τούρκους κι όταν ήρθε η νύχτα, πεντακόσιοι απ’ αυτούς ήσαν ξαπλωμένοι στο χώμα.
 Οι Αρματολοί είδαν τότε πως

τρία παλικάρια έλειπαν στο προσκλητήριο το ένα είχε πάει για ψωμί, το άλλο για νερό στη βρύση και το τρίτο είχε σκοτωθεί.

 Ο Έλληνας έχει τόσο πολύ υποφέρει εδώ και τρεις αιώνες, ώστε δεν μπορεί πια να κρατήσει ακριβή λογαριασμό όλων των συμφορών του.

Τον Ιούνιο του 1822 ύστερα από το πέρασμα του Μαχμούτ πασά, άντρες ακρωτηριάστηκαν και απαγχονίσθηκαν, γυναίκες ρίχτηκαν στη θάλασσα, αγόρια αρπάχτηκαν και σουνουτεύτηκαν, παιδιά ψήθηκαν στη σούβλα — το Ρουμλούκ είχε σχεδόν ερημωθεί.
Αρματωλός
Ο Αλής ο Τεπελενλής που κατείχε πριν τον τόπο, είχε ήδη εγκαταστήσει στα καλύτερα τσιφλίκια Τόσκηδες μπέηδες και αγάδες αλλά οι Αλβανοί δεν μπόρεσαν να διαβούν κατά μάζες τη γραμμή της Πίνδου, οι Αρματολοί τους κράτησαν μακριά.
Στα 1822 όμως, κατέβηκαν από τα βουνά τους και υπέταξαν τα ελευθεροχώρια.
Όλα σήμερα τους ανήκουν.
Η Καστοριά παρουσιάζει, όταν την κοιτάξεις από το νότιο μέρος, μια αξιοσημείωτη αναλογία με μια άλλη μακεδονική πόλη, την Αχρίδα.
Χτισμένες και οι δυο τους στην άκρη μιας λίμνης, πάνω σ’ ένα βραχονήσι, έχουν στην κορυφή τους τα ερείπια τούρκικων ή βυζαντινών οχυρών.
Κι εδώ, όπως κι εκεί, οι χριστιανοί ανακατάκτησαν την πόλη και τα σπίτια τους καλύπτουν τη νότια κατωφέρεια.
Οι μουσουλμάνοι εγκαταλείποντας τα κονάκια τους και τα πέτρινα τζαμιά τους αποτραβήχτηκαν παράμερα, στους κήπους της στεριάς, μοιάζουν σαν να έχουν κατασκηνώσει μέσα στα καινούρια τους σπίτια, γύρω από τα χτισμένα με βιάση τζαμιά τους.

 Η Αχρίδα όμως είναι ολοφάνερα σλάβικη, ενώ η ελληνική εθνικότητα της Καστοριάς χτυπά αμέσως στο μάτι.

 Πέτρινα σπίτια, πέτρινα γείσα, μεγάλα αψιδωτά παραθύρια, πλατιά χαγιάτια, τίποτα δε λείπει απ’ αυτά που κάνουν για τον Έλληνα την ομορφιά ενός «καταστήματος».
 Ο 'Ελληνας εγκαθίσταται για τον αιώνα τον άπαντα.
Το λασπόχωμα και το ξύλο αρκούν στον Τούρκο ή στο Σλάβο, που τους ικανοποιούν αιωνίως τα πρόσκαιρα.
Ο ' Ελληνας μεταχειρίζεται μονάχα την πέτρα.
Η ελληνοποίηση της Καστοριάς έγινε στη διάρκεια του αιώνα τούτου.
Την εποχή του Πουκεβίλ ήταν ακόμη μια σλαβομουσουλμανική πόλη. «Χρειάστηκε να προσφύγω σε μερικά σκλαβούνικα (esclavon) που είχα μάθει στη Ραγούζα, για να απευθύνω κάποιες ερωτήσεις1». Οι Τούρκοι έφυγαν παράτησαν στο γκιαούρη τη γλυκιά Κεσριέ.
Οι σλαβόγλωσσοι κερδήθηκαν στην Ιδέα.
 Οι μουσουλμάνοι μπέηδες που παραμένουν ακόμη, Αλβανοί και Σλάβοι, είναι κι αυτοί έτοιμοι για αναχώρηση.
Στην άκρη της λίμνης που σχεδόν κάνουμε το γύρο της, το τούρκικο λιθόστρωτο χαμοσέρνεται ανάμεσα στα σκοινά της όχθης και τις «πεζούλες» των αμπελιών.
Ένας κυκλοτερός χωματόλοφος κλείνει από τα νότια το λεκανοπέδιο της Καστοριάς και το χωρίζει από τη γειτονική κοιλάδα του Αλιάκμονα. Μια στενή νεροσυρμή φέρνει στο ποτάμι τα νερά της λίμνης μέσ’ από μια κλεισούρα, που την ακολουθούμε κι εμείς.
Η Καστοριά χάνεται πίσω από τους καλαμιώνες, μέσα στο πλαίσιο που της δημιουργεί ο ουρανός και τα γαλάζια νερά. Το ποτάμι βγαίνει βουβό από τη λίμνη και κυλά αργά τα νερά του μέσα στην πλατιά του κοίτη, κάτω απ’ τις πέτρες και τα μούσκλα. Τα πλατάνια, οι καρυδιές κι οι καστανιές σμίγουν τις πλατύφυλλες φυλλωσιές τους. Δυο όμορφα άσπρα λελέκια περπατούν ανάμεσα στα νούφαρα, μέσα στο θαμπό μισόφωτο.
Σταθήκαμε, συνεπαρμένοι από την κάπως θλιμμένη σαγήνη του τοπίου, ίσως είμαστε οι τελευταίοι που το ατενίζουμε. Αύριο μέσα στη γλυκιά τούτη φύση θα εμφανιστεί ο Έλληνας, φέρνοντας μαζί του τον αχό και την αναμπουμπούλα της σύγχρονης ζωής.
Τα λελέκια αυτά που τόσον καιρό εξουσίασαν τα νερά της λίμνης, τα ωραία αυτά δέντρα που τόσα χρόνια άπλωναν τη σκιά τους για τον ύπνο του Τούρκου, θα κάνουν τόπο στα αμπέλια, τα σπαρτά, τους μύλους, το πολύβουο νοικοκυριό του φιλόπονου Έλληνα...

Από τα πρώτα μας βήματα στην κοιλάδα του Αλιάκμονα νιώθουμε πως βρισκόμαστε σε γνήσιο τόπο Ρουμήδων.

 Εδώ αφέντης είναι ο Έλληνας.
Δάση κομμένα σύρριζα, λόφοι φαλακροί, μισοκαμένα ξερόδεντρα, μακρινοί ορίζοντες χωρίς άλλη γραμμοσκιά έξω από κάποιο σύδεντρο από πράσινες βαλανιδιές γύρω από ένα ξωκλήσι, ο Έλληνας έχει κάνει εδώ τον τόπο γωνιά ελληνισμού.
Από πρώτη ματιά και ως γενική εικόνα το λεκανοπέδιο του Αλιάκμονα θυμίζει τους κάμπους της Ρέσνας και του Μοναστηριού.
 Ίδια γυμνή και ενιαία πλατωσιά, μέσ’ από λόφους και βουνά με μεγάλες πλαγιές, σου φαίνεται ότι με ασταμάτητο καλπασμό φτάνεις σε λίγες ώρες στα θεσσαλικά βουνά, που κλείνουν το νότιο ορίζοντα.
 Ύστερα όμως από ολιγόλεπτο τροχαλητό τα άλογα σταματούν στο χείλος μιας πλατιάς χαράδρας, πρέπει να κατέβουμε, μέσ’ από αργιλόχωμα που αργογκρεμίζεται, μια κάθετη σχεδόν κατωφέρεια, να διαβούμε τις ιτιές ενός μικροπόταμου ή κάποιου ξεροχείμαρρου και να ξανανέβουμε μια εξίσου απόκρημνη και εξίσου μεγάλη πλαγιά.
Κι έπειτα μια καινούρια κορδέλα δρόμου μας ξαναφέρνει σε καινούριο λαγκάδι.
Τα ποτάμια που πέφτουν από τα δυτικά βουνά, έχουν σκάψει βαθιές κοίτες μέσα στην αρχαία λιμνογενή πεδιάδα, κοίτες παράλληλες μεταξύ τους από τα δυτικά στα ανατολικά και κάθετες στον κύριο ποταμό που κυλά από βορρά προς νότο κατά μήκος των ανατολικών λόφων.
 Τα ξερολάγκαδα αυτά ποικίλλουν σε εύρος, ανάλογα με τη δύναμη της νεροσυρμής που τα έσκαψε τα πιο στενά αρκούσε να τα σκεπάσει ένα γεφύρι με λίγες καμάρες, τα πιο φαρδιά είναι γύρω στο χιλιόμετρο, όλα όμως έχουν το ίδιο βάθος κι έχουν βουλιάξει μέσα στη μαλακιά πρόσχωση, μέχρι να βρουν πιο στέρεο πέτρωμα, διαμορφώνοντας από τη μια και την άλλη τους πλευρά δυο τοιχώματα κάθετου ύψους τριάντα σαράντα μέτρων.
Στις όχθες των ποταμών είναι εγκατεστημένοι μερικοί μυλωνάδες.
Τα χωριά έχουν μείνει στα ψηλώματα, για να βλέπουν από μακριά τις συμμορίες που χυμούσαν από την Πίνδο και να φυλάγονται από τους αιφνιδιασμούς.
Ο τόπος είναι σχεδόν έρημος.
Είναι αλήθεια ότι δεν ακολουθήσαμε το μεγάλο δρόμο ούτε επισκεφθήκαμε τα πληθυσμιακά κέντρα, τη Λάψιστα (Ανασελίτσα) και τη Σιάτιστα.

 Τα δυο αυτά κεφαλοχώρια, σε πλήρη κλίμακα και από πολύ καιρό εξελληνισμένα και μη έχοντας πια παρά μερικούς τούρκους αγάδες, δε μας προκαλούσαν το ενδιαφέρον.

Αποφεύγαμε άλλωστε μουντίρηδες, καϊμακάμηδες και τους λοιπούς αξιωματούχους της Αυτού Μεγαλειότητος, τα διαβατήριά μας, αν και σφραγισμένα και σχεδόν εντάξει, θα μπορούσαν ίσως να μας δημιουργήσουν προβλήματα.
Πηγαίναμε λίγο στην τύχη από χωριό σε χωριό, παρακάμπτοντας από μακριά τη Λάψιστα, που είναι φωλιασμένη στην πλαγιά ενός λόφου.
Στα θερισμένα χωράφια η κάψα και η αντανάκλαση ήσαν αποπνικτικές. Αναγκαστήκαμε να κάνουμε στάση πολύ πριν από το μεσημέρι στο χωριό Χότουρι.

Το Χότουρι κατοικείται από πενήντα εξήντα οικογένειες, όλες χριστιανικές και όλες ελληνικές την ελληνική γλώσσα την καταλαβαίνουν όλοι, μεταξύ τους όμως χρησιμοποιούν τα αρβανίτικα.

Τα ζωύφια μας έδιωξαν γρήγορα από τα σπίτια. Αράξαμε κάτω από τον ίσκιο μιας βαλανιδιάς, του μοναδικού δέντρου, του τελευταίου δέντρου που είχε απομείνει και που το είχαν κι αυτό τσαλακώσει οι φωτιές των τσοπάνηδων. Μαζεύεται γύρω μας όλο το χωριό και μας φέρνει πάλι τους εχθρούς που αποφεύγαμε.
Και η συνομιλία μας με τους αρβανίτες αυτούς δε μας αποζημιώνει καθόλου για τη δυσφορία που μας φέρνει η συντροφιά τους! Τα αιώνια παράπονα κατά του Τούρκου, τα συνηθισμένα παράπονα του ραγιά κατά του μουσουλμάνου, του αγρότη κατά του αγά ή του μπέη γαιοκτήμονα.
Το χωριό ανήκει εξολοκλήρου στους μουσουλμάνους της Λάψιστας, αυτοί οι κερατάδες παίρνουν τη δεκατιά...

 Θέμα Βουλγάρων δεν υπάρχει.

 Όσοι έχουν ακούσει να γίνεται λόγος για βεράτια, πιστεύουν ότι το νομικό αποτέλεσμα των βερατίων θα είναι η προσάρτηση της Μακεδονίας στους Βουλγάρους.
Δεν μπορούν λοιπόν να δεχτούν ότι είναι ποτέ δυνατό να υπογράψει τέτοια χαρτιά ο σουλτάνος. Τους αφήσαμε να το πιστεύουν.

http://yaunatakabara.blogspot.com/2012/03/1821_29.html

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου