Πέμπτη, 15 Δεκεμβρίου 2011

Σοκ για τη στρατιωτική βιομηχανία της Ρωσίας

Του VICKEN CHETERIAN*

Εχει περάσει πλέον ο καιρός που ο στρατός βρισκόταν στην καρδιά του βιομηχανικού συστήματος της Ρωσίας. Καθώς έχει παραμεληθεί για μεγάλο χρονικό διάστημα, δεν μπορεί, πλέον, παρά να αρκεστεί σε γηρασμένες τεχνολογίες, τη στιγμή που νέοι παραγωγοί οπλικών συστημάτων ανταγωνίζονται τις ρωσικές εξαγωγές. Γι' αυτόν τον λόγο, ο πρόεδρος, Ντιμίτρι Μεντβέντεφ έχει δρομολογήσει ένα ευρύτατο εκσυγχρονιστικό σχέδιο.
Στον πόλεμο της Γεωργίας μπορεί να επικράτησε ο ρωσικός στρατός, αλλά ταυτόχρονα απέδειξε τις αδυναμίες των οπλικών συστημάτων του κάποτε ισχυρού Κόκκινου Στρατού. Στον πόλεμο της Γεωργίας μπορεί να επικράτησε ο ρωσικός στρατός, αλλά ταυτόχρονα απέδειξε τις αδυναμίες των οπλικών συστημάτων του κάποτε ισχυρού Κόκκινου Στρατού. Η νίκη που κατήγαγε στον πόλεμο αστραπή ενάντια στη Γεωργία, τον Αύγουστο του 2008, δεν εμπόδισε τη Μόσχα να προχωρήσει, ήδη από τον Οκτώβριο της ίδιας χρονιάς, στην πλήρη αναδιοργάνωση του στρατού της. Ο ειδικός σε στρατιωτικά ζητήματα Αλεξάντρ Γκολτς θεωρεί ότι «οι ρώσοι ιθύνοντες φάνηκαν ιδιαίτερα συνετοί, καθώς είναι σπάνιο να επιχειρεί μια κυβέρνηση μεταρρυθμίσεις σε αυτόν τον τομέα αμέσως μόλις κερδίσει έναν πόλεμο. Ομως, στη συγκεκριμένη περίπτωση, παρά τη δεκαετία παχιών αγελάδων, κατά τη διάρκεια της οποίας οι στρατιωτικές διοικήσεις είχαν εξασφαλίσει σημαντικότατους οικονομικούς πόρους, η κρίση του 2008 απέδειξε ότι η Ρωσία διέθετε έναν γηρασμένο στρατό, ανίκανο να χειριστεί σύγχρονα όπλα. Αυτή ακριβώς η διαπίστωση οδήγησε τον υπουργό Αμυνας, Ανατόλι Σερντιούκοφ, στην εξαγγελία της πλέον ριζοσπαστικής μεταρρύθμισης που επιχειρήθηκε τα τελευταία εκατόν πενήντα χρόνια μετά τον Κριμαϊκό Πόλεμο (1853-1856).

Ηδη, κατά τη διάρκεια της δεκαετίας του '90, οι δύο πόλεμοι της Τσετσενίας είχαν αποκαλύψει πόσο ευάλωτος ήταν ο ρωσικός στρατός. Η σύγκρουση με τη Γεωργία -παρά την επιτυχή της έκβαση, η οποία είχε αρχίσει να γίνεται προφανής μέσα σε διάστημα μόνο 48 ωρών από την έναρξη των εχθροπραξιών, αλλά και με τη σύναψη εκεχειρίας με βάση τους όρους της Μόσχας μετά από πέντε ημέρες μαχών μόνο- επιτάχυνε αυτήν τη διαπίστωση, στους κόλπους τόσο των επιτελείων όσο και των πολιτικών ελίτ. Το επεισόδιο της Γεωργίας ήταν ενδεικτικό του πόσο ξεπερασμένος ήταν ο τρόπος διοίκησης και ελέγχου του στρατού και πόσο απηρχαιωμένα ήταν τα συστήματα αναγνώρισης και διαβιβάσεων.

ΟΙ ΑΝΤΙΠΑΛΟΙ

Η Γεωργία δεν διέθετε καταδιωκτικά αεροσκάφη κι όμως η Ρωσία αναγνώρισε ότι έχασε τέσσερα αεροσκάφη (τρία μαχητικά αεροσκάφη Soukhoi Su 25 και ένα βομβαρδιστικό με μεγάλη ακτίνα δράσης Tupolev Tu 22, που χρησιμοποιούνταν σε αποστολές αναγνώρισης), τα οποία καταρρίφθηκαν από γεωργιανούς πυραύλους εδάφους-αέρος. Από την πλευρά της, βέβαια, η Τιφλίδα εξακολουθεί να υποστηρίζει ότι κατέρριψε 21 αεροσκάφη(1). Αν και η ρωσική υπεροπλία και αριθμητική υπεροχή ήταν αναμφισβήτητη, ο γεωργιανός στρατός, ο οποίος διαθέτει άρματα μάχης Τ-72 εκσυγχρονισμένα και ανακατασκευασμένα στη Δημοκρατία της Τσεχίας, μη επανδρωμένα αεροσκάφη ισραηλινής κατασκευής και σύγχρονα συστήματα διαβιβάσεων, απέδειξε ότι διέθετε την τεχνολογική υπεροχή.

Η δρομολόγηση της μεταρρύθμισης και η δημοσιονομική προσπάθεια που καταβάλλεται για τον εκσυγχρονισμό του εξοπλισμού των ενόπλων δυνάμεων είναι αποτέλεσμα του σοκ που βίωσε η Μόσχα κατά τη διάρκεια της εμπλοκής της στη Γεωργία(2). Τον Δεκέμβριο του 2010, ο πρόεδρος, Ντιμίτρι Μεντβέντεφ, ανήγγειλε ότι, μέχρι το 2020, σύμφωνα με το σχέδιο για τον εκσυγχρονισμό των ενόπλων δυνάμεων που αποφασίστηκε εκείνη τη χρονιά, θα διατεθεί γι' αυτόν τον σκοπό ποσό 22 τρισεκατομμυρίων ρουβλιών (540 δισ. ευρώ). Με λίγα λόγια, θα διατίθεται κάθε χρόνο ένα ποσό το οποίο αντιστοιχεί στο 2,8% του ΑΕΠ. Παρόμοιο επίπεδο δημόσιων επενδύσεων είναι πρωτοφανές για την περίοδο που ακολούθησε το τέλος του Ψυχρού Πολέμου(3).

Επί δεκαπέντε χρόνια, ο ρωσικός στρατός δεν παρέλαβε νέα οπλικά συστήματα. Για παράδειγμα, η αεροπορία δεν παρέλαβε μέχρι το 2003 ούτε ένα αεροσκάφος, ενώ στη συνέχεια απέκτησε μερικά αεροπλάνα μονάχα. Ο ίδιος ο Μεντβέντεφ συμφωνεί ότι μονάχα το 15% του οπλοστασίου μπορεί να χαρακτηριστεί «κορυφαίας τεχνολογίας(4)». Ο στόχος των πρόσφατων μέτρων είναι να επιτρέψουν στις ρωσικές ένοπλες δυνάμεις να καλύψουν την υστέρησή τους, ανανεώνοντας μέχρι το 2015 το 30% του εξοπλισμού τους και αποκτώντας οπλικά συστήματα τα οποία να ανταποκρίνονται στα σημερινά κριτήρια για τα σύγχρονα όπλα.

ΚΟΝΔΥΛΙΑ

Ωστόσο, δεν είναι βέβαιο ότι η κυβέρνηση θα κατορθώσει να επιτύχει τους στόχους της. Επί Σοβιετικής Ενωσης, η άμυνα της χώρας βρισκόταν στην καρδιά της οικονομίας. Αν και είναι ιδιαίτερα δύσκολο να υπάρξουν ακριβείς εκτιμήσεις, μπορούμε να θεωρήσουμε ότι οι στρατιωτικές δαπάνες απορροφούσαν εκείνη την εποχή ποσοστό του ΑΕΠ της χώρας το οποίο -ανάλογα με την περίοδο- κυμαινόταν μεταξύ του 20% και του... 40%(5). Μετά τη διάλυση της ΕΣΣΔ, η συνέχιση ή η διακοπή καθενός προγράμματος παραγωγής οπλικών συστημάτων εξαρτιόταν από τους ξένους πελάτες της βιομηχανίας όπλων, καθώς η επιβίωση της πολεμικής βιομηχανίας στηριζόταν αποκλειστικά στις εξαγωγές. Η μετακομμουνιστική Ρωσία δεν κατόρθωσε ούτε να αναπτύξει, ούτε και να παραγάγει νέα οπλικά συστήματα.

Με δύο εξαιρέσεις, ολόκληρος ο στρατιωτικός εξοπλισμός αναπτύχθηκε και παρήχθη την εποχή του κομμουνιστικού καθεστώτος. Η πρώτη εξαίρεση αφορά το μαχητικό πέμπτης γενιάς Sukhoi Τ-50, το οποίο σχεδιάστηκε για να αποτελεί τον ανταγωνιστή των F-22 Raptor της Lockheed Martin, με τα οποία έχει ήδη εφοδιαστεί ο αμερικανικός στρατός και θεωρούνται έως τώρα ασυναγώνιστα. Οι πρώτες δοκιμές του πρωτότυπου του Sukhoi Τ-50 άρχισαν στις αρχές του 2010 και ήδη η ινδική και η βιετναμέζικη αεροπορία εκδήλωσαν το ενδιαφέρον τους γι' αυτό το αεροσκάφος, έστω κι αν οι ειδικοί θεωρούν ότι, με βάση τον κινητήρα του και τα πτητικά χαρακτηριστικά του, πρέπει να θεωρείται προηγμένο αεροσκάφος μάλλον τέταρτης γενιάς παρά πέμπτης. Το άλλο επίτευγμα της ρωσικής υψηλής τεχνολογίας, ο διηπειρωτικός βαλλιστικός πύραυλος Boulava, παρουσίασε δυσκολίες τεχνικής φύσεως. Οπως παρατηρεί ο Γκλοτς, «κάθε μια από τις απόπειρες εκτόξευσής του απέτυχε λόγω προβλημάτων που παρουσιάστηκαν στα διάφορα τμήματά του». Κατά τη γνώμη του, αυτό οφείλεται στο «πλήθος προβλημάτων που ταλανίζουν την αλυσίδα της βιομηχανικής παραγωγής σε αυτόν τον κλάδο, με αποτέλεσμα να καθίσταται αδύνατη η μαζική παραγωγή».

Πράγματι, μετά τη διάλυση της ΕΣΣΔ, χιλιάδες επιστήμονες εγκατέλειψαν τη χώρα, ενώ παράλληλα πραγματοποιήθηκαν ελάχιστες προσλήψεις. Ακόμα σοβαρότερης σημασίας αποδεικνύεται το γεγονός ότι, καθώς το στρατιωτικο-βιομηχανικό σύμπλεγμα αφέθηκε έξω από κάθε προσπάθεια εκσυγχρονισμού της οικονομίας, άρχισε να περνάει σε μια κατάσταση αποσύνθεσης. Ετσι, στην αμυντική βιομηχανία δεν υπήρξε ανανέωση γενεών: η μέση ηλικία των τεχνικών του κλάδου είναι τα 58 έτη.

Δεδομένων όλων αυτών, φαίνεται μάλλον απίθανο να κατορθώσει η Ρωσία να ξαναβρεί το επίπεδο παραγωγής που διέθετε κάποτε. Τον Μάρτιο του 2006, μετά την επίσκεψη του Βλαντίμιρ Πούτιν στην Αλγερία, οι δύο χώρες υπέγραψαν μια σύμβαση ύψους 8 δισ. δολαρίων: η Ρωσία αναλάμβανε την υποχρέωση να παράσχει στον αλγερινό στρατό διάφορα οπλικά συστήματα, μεταξύ των οποίων και 35 μαχητικά αεροσκάφη Mig-29. Το 2008, η Αλγερία επέστρεψε στη Ρωσία 15 από τα αεροσκάφη που είχε παραλάβει κατά τη διάρκεια της προηγούμενης διετίας, επικαλούμενη το γεγονός ότι ήταν «κατώτερης ποιότητας». Τα ρωσικά Mig παρουσίαζαν δύο προβλήματα: το ηλεκτρονικό τους σύστημα δεν αντιστοιχούσε σε εκείνο που περιγραφόταν στη σύμβαση, ενώ ήταν κάτι παραπάνω από πιθανό ότι ορισμένα εξαρτήματά τους προέρχονταν από στοκ της σοβιετικής εποχής. Η Μόσχα δεν πρόβαλε ενστάσεις για την επιστροφή αυτών των αεροσκαφών και έσπευσε... να τα εντάξει στη δική της αεροπορία.

Το ατέλειωτο σίριαλ του αεροπλανοφόρου «Ναύαρχος Γκορσκόφ» αποτελεί άλλο ένα χαστούκι για τη ρωσική πολεμική βιομηχανία. Ελλείψει οικονομικών πόρων, το σκάφος -το οποίο είχε ναυπηγηθεί κατά τη διάρκεια της σοβιετικής εποχής με το όνομα «Μπακού» και στη συνέχεια ονομάστηκε «Ναύαρχος Γκορσκόφ» για να τιμηθεί ο ομώνυμος ήρωας της Σοβιετικής Ενωσης (1910-1988)- παροπλίστηκε και στη συνέχεια, το 1996, αναγγέλθηκε ότι πωλείται. Το 2004, το αγόρασε η Ινδία για 950 εκατομμύρια δολάρια (700 εκατομμύρια ευρώ) και το βάφτισε «INS Vikramaditya», από το όνομα ενός μυθικού βασιλιά της χώρας. Η σύμβαση πώλησης προέβλεπε την πραγματοποίηση αρκετών μετασκευών. Μεταξύ άλλων, την κατάργηση των βαλλιστικών βλημάτων και την απελευθέρωση χώρου έτσι ώστε το αεροπλανοφόρο να είναι σε θέση να δεχθεί περισσότερα αεροσκάφη. Μετά από πολλά εμπόδια, απρόοπτα και πλήθος τροποποιήσεων της σύμβασης, το αεροπλανοφόρο θα κοστίσει τελικά τριπλάσιο ποσό και η παράδοση του σκάφους, η οποία έπρεπε να έχει πραγματοποιηθεί το 2008, αναβλήθηκε για το 2012. Στην Ινδία, η οποία εξακολουθεί να αποτελεί τον καλύτερο πελάτη για τα ρωσικά οπλικά συστήματα, η υπόθεση προκάλεσε σάλο και οι αρχές βρέθηκαν αντιμέτωπες με σφοδρές κριτικές, γεγονός το οποίο θα μπορούσε να τις ωθήσει να στραφούν προς νέους προμηθευτές σύγχρονων οπλικών συστημάτων(6).

ΕΞΑΓΩΓΕΣ

Για την ώρα, οι ρωσικές εξαγωγές όπλων σημειώνουν σταθερή αύξηση: από 2,5 δισ. ευρώ το 2001, στα 5,4 δισ. το 2009 και στα 6,8 δισ. το 2010. Ωστόσο, υπάρχει η πιθανότητα να χάσει η Ρωσία την κυρίαρχη θέση που κατέχει στην αγορά όπλων. Ηδη η Κίνα, η οποία υπήρξε ο καλύτερος πελάτης της ρωσικής βιομηχανίας κατά τη διάρκεια της δεκαετίας του '90, αναπτύσσει τα δικά της μαχητικά αεροσκάφη τέταρτης γενεάς, ενώ παράγει τα βαρέα άρματα μάχης Type-99. Εξακολουθεί να είναι σημαντικός πελάτης της ρωσικής πολεμικής βιομηχανίας, στην τρίτη, όμως, θέση, μετά την Ινδία και την Αλγερία(7). Στις αρχές του 2011, μερικές ημέρες μονάχα μετά την επίσκεψη του αμερικανού υπουργού Αμυνας, Ρόμπερτ Γκέιτς, το Πεκίνο αποκάλυψε το πρωτότυπο του μαχητικού αεροσκάφους πέμπτης γενεάς που αναπτύσσει η κινεζική πολεμική βιομηχανία. Οσο κι αν οι ανάγκες των κινεζικών ένοπλων δυνάμεων απορροφούν για την ώρα το σύνολο της παραγωγής της πολεμικής βιομηχανίας της χώρας, οι ειδικοί εκτιμούν ότι η Κίνα θα μπορούσε να εξελιχθεί σε επικίνδυνο ανταγωνιστή των ρώσων εξαγωγέων.

Τον Ιανουάριο του 2011, η Ρωσία υπέγραψε μια συμφωνία για την αγορά δύο γαλλικών σκαφών τύπου Mistral. Το γεγονός αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα μιας άλλης τάσης. Η συμφωνία προκάλεσε πολλές αντιδράσεις στη Ρωσία, καθώς υψώθηκαν πολλές φωνές που υποστήριζαν ότι η υλοποίηση αυτού του συμβολαίου των 1,9 δισ. δολαρίων (1,4 δισ. ευρώ) έπρεπε να ανατεθεί σε ένα από τα πολυάριθμα ναυπηγεία της χώρας που αναγκάστηκαν να διακόψουν τις δραστηριότητές τους ελλείψει παραγγελιών. Ενα σκάφος τύπου Mistral μπορεί να μεταφέρει 700 στρατιώτες, 60 οχήματα μεταφοράς προσωπικού και 16 ελικόπτερα. Μπορεί επίσης να χρησιμοποιηθεί ως επιθετικό όπλο σε χερσαίες επιχειρήσεις, σε μια σύγκρουση που θα έχει τα χαρακτηριστικά που είχε ο πόλεμος στη Γεωργία. Ομως, δεν ήταν η πρώτη φορά που έγινε παραγγελία όπλων από το εξωτερικό. Το 2009, ο ρωσικός στρατός αγόρασε 12 μη επανδρωμένα αεροσκάφη από την ισραηλινή εταιρεία Israel Aerospace Industries (ΙΑΙ), ενώ το 2010 υπογράφηκε σύμβαση με την οποία επιτρεπόταν η παραγωγή στη Ρωσία μη επανδρωμένων αεροσκαφών ισραηλινής τεχνογνωσίας(8).

Για τον Ρουσλάν Πουχόφ, διευθυντή του Κέντρου Ανάλυσης Στρατηγικών και Τεχνολογιών της Μόσχας, η εισαγωγή στρατιωτικού εξοπλισμού από τη Ρωσία δεν πρέπει να εκπλήσσει: «Η Σοβιετική Ενωση αποτέλεσε μια εξαίρεση, καθώς εκείνη την εποχή το στρατιωτικο-βιομηχανικό σύμπλεγμα ήταν σε θέση να καλύψει το σύνολο των αναγκών του Κόκκινου Στρατού και να εξασφαλίσει την απόλυτη αυτάρκεια σε αυτόν τον τομέα. Ακόμα και οι Ηνωμένες Πολιτείες, παρά το γεγονός ότι ο προϋπολογισμός του αμερικανικού υπουργείου Αμυνας αντιστοιχεί στο ήμισυ των παγκόσμιων στρατιωτικών δαπανών, αγοράζουν όπλα από το εξωτερικό. Επιλέγοντας ξένους προμηθευτές, η ρωσική κυβέρνηση ασκεί πιέσεις στην εθνική αμυντική της βιομηχανία, παρακινώντας την να αποκτήσει μεγαλύτερη ανταγωνιστικότητα, όσον αφορά τόσο την ποιότητα όσο και τον τομέα των τιμών και του σεβασμού των προθεσμιών για την παράδοση των οπλικών συστημάτων».

ΠΡΟΜΗΘΕΥΤΕΣ

Στο μέλλον, και εάν έχουν αίσιο τέλος οι σημερινές διαπραγματεύσεις για τη μαζική επαναστρατιωτικοποίηση, το υπουργείο Αμυνας θα στρέφεται ολοένα και περισσότερο προς ξένους προμηθευτές, ενώ ο Σερντιούκοφ δεν αποκλείει την αγορά αμυντικών τεχνολογιών. Από την πλευρά του, όσο κι αν η κατάσταση παρουσιάζει σημαντικές διαφορές, ο αμερικανικός στρατός αγοράζει συνεχώς ρωσικά όπλα, από καλάσνικοφ έως μεταφορικά ελικόπτερα. Το Πεντάγωνο προτιμάει όπλα χαμηλού τεχνολογικού επιπέδου, φτηνά και ευκολοσυντήρητα, με τα οποία εφοδιάζει τους νέους συμμάχους του, οι οποίοι στο παρελθόν αγόραζαν σοβιετικά όπλα. Για παράδειγμα, σκοπεύει να αγοράσει 59 ελικόπτερα μεταφοράς προσωπικού Mi-17, αξίας 800 εκατομμυρίων δολαρίων (περίπου 600 εκατ. ευρώ) και να τα διαθέσει στις ένοπλες δυνάμεις του Αφγανιστάν, του Ιράκ και του Πακιστάν(9).

Ομως, τα ίδια σημάδια κόπωσης παρατηρούνται και στην περίπτωση της μη στρατιωτικής βιομηχανίας υψηλής τεχνολογίας. Εδώ και μερικά χρόνια, η Μόσχα προσπαθεί να αναστήσει το σύστημα πλοήγησης μέσω δορυφόρου Glonass, το οποίο είχε επίσης δρομολογηθεί την εποχή της Σοβιετικής Ενωσης. Το πρόγραμμα που σχεδιάστηκε για να ανταγωνιστεί το αμερικανικό Global Positioning System (GPS) και το ευρωπαϊκό Galileo εγκαταλείφθηκε τη δεκαετία του '90, επί προεδρίας Μπόρις Γέλτσιν. Το 2002, οι ρωσικές αρχές αποφάσισαν την επαναλειτουργία του και ανήγγειλαν ότι έμελλαν να τεθούν σε τροχιά 24 νέοι δορυφόροι, έτσι ώστε το σύστημα να έχει ολοκληρωθεί και τελειοποιηθεί μέχρι το 2011. Το 2010, κατά τη διάρκεια της εκτόξευσης ενός πυραύλου, συνέβη ένα ατύχημα που προκάλεσε την καταστροφή τριών δορυφόρων και ζημίες οι οποίες εκτιμήθηκαν στα 348 εκατομμύρια ευρώ. Σήμερα, οι επιδόσεις του συστήματος Glonass εξακολουθούν να είναι κατώτερες από εκείνες των ανταγωνιστών του, όσον αφορά τόσο την ακρίβειά του όσο και το ποσοστό κάλυψης, με αποτέλεσμα να αμφισβητείται η αξιοπιστία του συνολικού εγχειρήματος(10). Οσον αφορά δε την πολιτική αεροπορία, προτιμάει να αγοράζει αεροσκάφη μεταφοράς φορτίων από την Airbus ή από την Boeing, ενώ εξακολουθεί να παραμένει εξαιρετικά αβέβαιο το εμπορικό μέλλον του SuperJet-100, του επιβατικού αεροσκάφους που ανέπτυξε η Soukho.

ΜΕΤΑΡΡΥΜΙΣΗ

Εδώ και μία εικοσαετία, οι στρατιωτικές μεταρρυθμίσεις αποτελούν σταθερό φαινόμενο της ρωσικής πολιτικής ζωής(11). Κατά τη διάρκεια της δεκαετίας του '90, ο όρος «μεταρρύθμιση» ήταν στην πραγματικότητα ένας ευφημισμός που συγκάλυπτε την εντυπωσιακή κατάρρευση των ενόπλων δυνάμεων. Η άνοδος του Πούτιν στην εξουσία συνέπεσε με το ξέσπασμα ενός νέου πολέμου στην Τσετσενία. Εκείνη την εποχή, διατέθηκαν επιπλέον κονδύλια στις ένοπλες δυνάμεις οι οποίες -παρά τις βιαιοπραγίες που διαπράχθηκαν και τον τεράστιο αριθμό ανθρώπινων ζωών που χάθηκαν (τόσο αμάχων, όσο και στρατιωτικών)- κατόρθωσαν να ανορθώσουν κάπως το κύρος τους. Ο πρόεδρος Πούτιν κατάφερε τότε να χρησιμοποιήσει αυτήν τη συμβολική ακτινοβολία για να προβάλει την εικόνα μιας Ρωσίας η οποία είχε ξαναγίνει ισχυρή. Μάλιστα, τότε είχε κατορθώσει να ξαναφέρει στη μόδα τις στρατιωτικές παρελάσεις στην Κόκκινη Πλατεία για τον εορτασμό της επετείου της συντριβής των ναζί. Με την ευκαιρία της παρέλασης του 2007, επανέφερε ακόμα και τις πτήσεις επίδειξης βομβαρδιστικών Tupolev πάνω από την πλατεία.

Ωστόσο, όπως διαβεβαιώνει ο Φιοντόρ Λουκιάνοφ, αρχισυντάκτης της έγκυρης επιθεώρησης «Russia in Global Affairs», «η Ρωσία δεν έχει πλέον αυτοκρατορικές βλέψεις. Ο Πούτιν προσπαθεί να παρουσιάσει τον Β' Παγκόσμιο Πόλεμο ως πόλεμο της Ρωσίας, αποσιωπώντας τη συμμετοχή των υπόλοιπων χωρών. Η νίκη στον "Μεγάλο Πατριωτικό Πόλεμο" (έτσι αποκαλείται ο Β' Παγκόσμιος Πόλεμος στη Ρωσία) αποτέλεσε ενοποιητικό παράγοντα για όλους τους σοβιετικούς πολίτες. Η προσπάθεια του Πούτιν δεν αποσκοπεί στην ανασύσταση της αυτοκρατορίας αλλά στην επανένταξη της Ρωσίας στη λέσχη των υπερδυνάμεων».

ΕΠΕΝΔΥΣΕΙΣ

Σύμφωνα με εκτιμήσεις, η σειρά μεταρρυθμίσεων και οι κολοσσιαίες επενδύσεις στις στρατιωτικές τεχνολογίες θα αποδώσουν καρπούς μετά το 2020. Ποια θα είναι, άραγε, η εικόνα της ρωσικής άμυνας εκείνη την εποχή; Σύμφωνα με τον δημοσιογράφο Αντρέι Σολντάτοφ, «η συγκεκριμένη πολιτική δεν οφείλεται στον ρωσογεωργιανό πόλεμο, καθώς είναι κατά πολύ προγενέστερη». Ωστόσο, από τον στρατό εκλαμβάνεται ως τιμωρία. Κυριαρχεί ένα αίσθημα δυσφορίας. Κατά τη διάρκεια της τελευταίας διετίας διαλύθηκαν πολλές μονάδες των ειδικών δυνάμεων (Spetsnaz) οι οποίες είχαν λάβει μέρος στη σύγκρουση και είχαν συμβάλει στη νίκη. Καταργήθηκε η υποχρεωτική στρατιωτική θητεία και 100.000 αξιωματικοί παύθηκαν από τα καθήκοντά τους. Ολα αυτά πυροδότησαν κινήματα αμφισβήτησης στο εσωτερικό ενός σώματος το οποίο μπορεί να χαρακτηριστεί μάλλον παθητικό και απολίτικο. Ο επίσημος στόχος είναι να περιοριστεί η δύναμη των ενόπλων δυνάμεων, από το 1.200.000 στο 1.000.000 ανδρών. Ομως, στην πραγματικότητα, η δύναμή τους είναι ήδη μικρότερη, καθώς πλησιάζει τους 750.000 άνδρες.

Οταν υπογράφηκε με τη Γαλλία η συμφωνία για την προμήθεια των Mistral, οι μόνες χώρες που εξέφρασαν την αποδοκιμασία τους ήταν οι τρεις βαλτικές (Λιθουανία, Εσθονία και Λετονία) και η Γεωργία. Αν και τα σκάφη θα περιπολούν στα ύδατα της Βαλτικής και της Μαύρης Θάλασσας, ούτε η Τουρκία, ούτε η Πολωνία εξέφρασαν την παραμικρή κριτική και υπήρχε λόγος γι' αυτό: στη σημερινή κατάσταση πραγμάτων, η Ρωσία δεν είναι σε θέση να απειλήσει στρατιωτικά τις δύο αυτές μεσαίες δυνάμεις. Ο μοναδικός λόγος που συγκαταλέγεται στις υπερδυνάμεις συνίσταται στο πυρηνικό της οπλοστάσιο, το οποίο γίνεται ολοένα περισσότερο πεπαλαιωμένο. Το Κρεμλίνο δίνει την εντύπωση ότι ενδίδει πλέον συχνότερα στις απαιτήσεις της Ουάσιγκτον, καλύπτοντας τις υποχωρήσεις του πίσω από μια σκληρή φρασεολογία και μια ρητορική βιτρίνας. Ετσι, παρά την αντίθεση της Ρωσίας στην εγκατάσταση αμερικανικών στρατιωτικών βάσεων στην κεντρική Ασία, τα εφόδια που είναι αναγκαία για τη δράση του αμερικανικού στρατού στο Αφγανιστάν μεταφέρονται διαμέσου του ρωσικού σιδηροδρομικού δικτύου. Κατά τον ίδιο τρόπο, η Μόσχα υπέκυψε, τον Σεπτέμβριο του 2010, στις αμερικανικές και στις ισραηλινές πιέσεις και ακύρωσε την πώληση αντιαεροπορικών πυραύλων S-300 στο Ιράν.

ΑΠΟΣΥΝΘΕΣΗ

Πώς έφτασε ο ρωσικός στρατός σε τέτοιο σημείο αποσύνθεσης και διάλυσης; Ο Αλεξάντρ Περεντίτζιεφ, ο οποίος πριν γίνει πανεπιστημιακός καθηγητής υπήρξε αξιωματικός του Κόκκινου Στρατού και στη συνέχεια του ρωσικού, αποδίδει τη σημερινή κατάσταση στην ενδημική διαφθορά: «Οι κυβερνώντες θεωρούν ότι το χρήμα είναι το μόνο που χρειάζεται για να λυθούν τα προβλήματα. Ωστόσο, παράλληλα, καθήκοντα υπουργού Αμυνας ανέλαβε ο Σερντιούκοφ, πρώην γενικός επιθεωρητής των υπηρεσιών του υπουργείου Οικονομικών, ακριβώς για να βάλει κάποια τάξη σε αυτόν τον τομέα και για να περιορίσει τα φαινόμενα διαφθοράς. Ομως, ο μοναδικός τρόπος για να αλλάξει αυτό το σύστημα είναι να υπάρξει ένας πραγματικός δημόσιος έλεγχος». Παρά τις γεμάτες βολονταρισμό δηλώσεις του προέδρου Μεντβέντεφ, δικαιούται κανείς να αμφιβάλλει για το κατά πόσον θα υπάρξει παρόμοια ριζοσπαστική μεταρρύθμιση. Από την εποχή της περεστρόικας(12) και καθ' όλη τη διάρκεια των φάσεων της αλλαγής του παραγωγικού προσανατολισμού του σοβιετικού στρατιωτικο-βιομηχανικού συμπλέγματος που ακολούθησαν, ο κλάδος υπέφερε από έλλειψη σχεδιασμού και από την απουσία πολιτικού οράματος για τον ρόλο που προοριζόταν να διαδραματίσει στη νέα οικονομία της χώρας.

Αν και οι κύκλοι της εξουσίας συζητούν -ακόμη μία φορά- για τον τρόπο με τον οποίο θα επιτευχθεί ο «εκσυγχρονισμός», αποφεύγουν να χρησιμοποιήσουν τον όρο «μεταρρύθμιση», καθώς αυτός παραπέμπει στις τραυματικές εμπειρίες που βίωσε η χώρα μετά την κατάρρευση του ανατολικού μπλοκ, αλλά και στις προσπάθειες που κατέβαλε προηγουμένως ο Μιχαήλ Γκορμπατσόφ για την εξέλιξη του σοβιετικού συστήματος. Ετσι, οι μεταρρυθμίσεις δεν βρίσκονται πλέον στην ημερήσια διάταξη, πράγμα που δεν εμποδίζει τον Μεντβέντεφ και τους συνεργάτες του να αναγνωρίζουν ότι η χώρα εξαρτάται σε υπερβολικά μεγάλο βαθμό από τις εξαγωγές πετρελαίου και φυσικού αερίου ή ότι οι οικονομικές δομές της είναι πλέον απηρχαιωμένες... Ο ορυκτός πλούτος εξακολουθεί να αποτελεί το 70% των εξαγωγών, τη στιγμή που τα βιομηχανικά προϊόντα αντιπροσωπεύουν μόλις το 5%(13). Εάν το εκσυγχρονιστικό πρόγραμμα του Μεντβέντεφ περιοριστεί στην καταπολέμηση της διαφθοράς και της γραφειοκρατίας και στην επίτευξη κάποιας τεχνικής και τεχνολογικής ανάπτυξης στην οικονομία, τότε οι παρατηρητές θα το θεωρήσουν ανεπαρκές ή ακόμα και επιφανειακό.

Υπάρχει, άραγε, κάποια σχέση ανάμεσα στον σημερινό δημόσιο διάλογο για τον εκσυγχρονισμό και στα τεράστια ποσά με τα οποία υπόσχονται ότι θα ενισχύσουν την άμυνα; Διόλου βέβαιο: Ο Μεντβέντεφ προτείνει την επένδυση 2 δισ. δολαρίων (1,5 δισ. ευρώ) για τη δημιουργία μιας ρωσικής Σίλικον Βάλεϊ στο Σκόλκοβο, στην περιφέρεια της Μόσχας(14), τη στιγμή που η Οξάνα Γκαμάν-Γκολούτβινα, καθηγήτρια πολιτικής επιστήμης στο Πανεπιστήμιο της Μόσχας, έχει εντοπίσει 32 επιστημονικούς πόλους σε ολόκληρη τη χώρα οι οποίοι βρίσκονται αντιμέτωποι με εξαιρετικά πιεστικά προβλήματα χρηματοδότησης.

Απ' ό,τι φαίνεται, οι πολιτικές που προωθούνται παραγνωρίζουν εντελώς την πραγματικότητα που βιώνουν οι επιστημονικές υποδομές που κληρονομήθηκαν από τη σοβιετική εποχή, ενώ ταυτόχρονα φαίνεται ότι επιθυμούν να αγνοήσουν και την επιβίωση του παλαιού συστήματος μέσα στην αμυντική βιομηχανία. Ετσι, προκαλεί έκπληξη το γεγονός ότι οι νέες προτάσεις δεν περιλαμβάνουν καμία πρόβλεψη για παράλληλη ανάπτυξη και διασύνδεση των διάφορων κλάδων της υψηλής τεχνολογίας και της στρατιωτικής βιομηχανίας. Από τον Γκορμπατσόφ έως τον Γέλτσιν και από τον Πούτιν έως τον Μεντβέντεφ παρατηρείται μια σταθερή τάση: καθένας από αυτούς τους πολιτικούς υποτίμησε, με τον τρόπο του, το δυναμικό που διέθετε η αμυντική βιομηχανία. Κι ο Λουκιάνοφ συνοψίζει ως εξής την κατάσταση: «Με την αλλαγή παραγωγικού προσανατολισμού που επιχειρήθηκε την εποχή της περεστρόικας ζητήθηκε από εργοστάσια που άλλοτε κατασκεύαζαν υπερηχητικά αεροσκάφη να κατασκευάζουν στο εξής κατσαρόλες. Τη δεκαετία του '90, κατά τη διάρκεια των μεταρρυθμίσεων που δρομολόγησε ο Εγκόρ Γκαϊντάρ (πρωθυπουργός από τον Ιούνιο έως τον Δεκέμβριο του 1992), οι αρμόδιοι δεν ήξεραν τι έπρεπε να κάνουν στην περίπτωση του στρατιωτικοβιομηχανικού συμπλέγματος. Ετσι, το απομόνωσαν από την υπόλοιπη οικονομία, αφήνοντάς το να εξαρτάται από τις εξαγωγές. Στο εξής, δεν αποτελούσε τμήμα του εθνικού οικονομικού συστήματος.

ΜΕΛΕΤΗ

Μια προσεκτική μελέτη του ρωσικού στρατιωτικό-βιομηχανικού συμπλέγματος διαψεύδει πολλούς μύθους που εξακολουθούν να επιβιώνουν στη Ρωσία. Κατ' αρχάς, του ευρύτατα διαδεδομένου μύθου ότι, μετά τη ρωσογεωργιανή σύγκρουση του 2008 επιστρέφουμε στον Ψυχρό Πόλεμο. Ακόμα κι αν ήταν ικανή για κάτι τέτοιο, η χώρα δεν έχει κανένα συμφέρον να απειλήσει το ΝΑΤΟ. Ενας άλλος μύθος υποστηρίζει ότι ο Πούτιν συγκρούστηκε με την ολιγαρχία που δημιουργήθηκε την εποχή του Γέλτσιν, για να δημιουργήσει ένα καθεστώς στο οποίο θα κυριαρχούσε η KGB και το επιτελείο των ενόπλων δυνάμεων. Αυτή η ιδέα ενισχύθηκε από τη συνέχιση της κράτησης του ολιγάρχη Μιχαήλ Χοντορκόφσκι, του πρώην προέδρου του πετρελαϊκού ομίλου Ioukos, ο οποίος συνελήφθη το 2004. Ομως, η Γκαμάν-Γκολούτβινα διαφωνεί με αυτήν την άποψη και υποστηρίζει ότι, «αν και το περιβάλλον του Πούτιν προέρχεται από την FSB (τη διάδοχο της KGB) και από τον στρατό και όντως αυτοί οι κύκλοι ασκούν μια επιρροή, αυτή η επιρροή ασκείται κατά κύριο λόγο στον τομέα της εξαγωγής ενέργειας».

Οι σοβιετικοί και οι ρώσοι ηγέτες δεν διανοήθηκαν ποτέ να εντάξουν την υψηλή τεχνολογία στην αμυντική βιομηχανία, έτσι ώστε να τη μετατρέψουν σε κεντρικό στοιχείο των μεταρρυθμίσεών τους ή των σχεδίων τους για τον εκσυγχρονισμό της χώρας. Τη σοβιετική εποχή, ο συγκεκριμένος τομέας λειτουργούσε με αδιαφανή τρόπο, ήταν εντελώς εχθρικός απέναντι σε οποιαδήποτε προοπτική αλλαγής του τρόπου λειτουργίας του(15) και καταβρόχθιζε τεράστιο μερίδιο του κρατικού προϋπολογισμού. Οι μεταρρυθμιστές της γκορμπατσοφικής περιόδου δεν μπορούσαν να διανοηθούν ότι από το στρατιωτικοβιομηχανικό σύμπλεγμα θα μπορούσαν να προκύψουν κάποια μέρα θετικές εξελίξεις. Ετσι, αντί να προσπαθήσουν να κατευθύνουν τον μετασχηματισμό του, επέλεξαν να στραφούν εναντίον του. Στη συνέχεια, κατά τη διάρκεια των αδιάκοπων μεταρρυθμίσεων, κανείς δεν μπόρεσε να αξιοποιήσει τους πλέον προηγμένους τομείς της εθνικής αμυντικής βιομηχανίας. Καθώς δεν εκτιμούσαν την αξία τους, τους άφησαν απλούστατα να σβήσουν. Από την πλευρά του, ο Μεντβέντεφ προσπαθεί να θέσει σε εφαρμογή ένα πρόγραμμα εκσυγχρονισμού τους, ενώ ταυτόχρονα φοβάται τις πολιτικές και κοινωνικές συνέπειες που θα έχουν οι μεταρρυθμίσεις. Για την ώρα, αρκείται στην εξύμνηση του μοντέλου της αμερικανικής Σίλικον Βάλεϊ. Μπορεί, άραγε, μια χώρα προικισμένη με φυσικό αέριο, πετρέλαιο και άφθονο ορυκτό πλούτο, των οποίων η εκμετάλλευση επιτρέπει στις ηγετικές της τάξεις να αποκομίζουν τεράστια κέρδη, να αδιαφορεί για την ανάπτυξη των τεχνολογιών αιχμής;

1. Ερευνα ρώσων εμπειρογνωμόνων καταλήγει στην κατάρριψη έξι αεροσκαφών, τα μισά από τα οποία καταρρίφθηκαν από φίλια πυρά των ρωσικών χερσαίων δυνάμεων. Βλέπε Rouslan Poukhov, «Les chars d'aout», Κέντρο Ανάλυσης Στρατηγικών και Τεχνολογιών (CAST), Μόσχα, 2010, www.cast.ru

2. «Netzavtssimaia Gazeta», Μόσχα, 9 Αυγούστου 2010.

3. «Ria Novosti», 25 Νοεμβρίου 2010.

4. Bloomberg, 18 Μαρτίου 2011.

5. William Ε. Odom, «The Collapse of the Soviet Military», Yale University Press, Νιου Χέιβεν, 1998, σελ.104.

6. «"Second-hand" Gorshkov costlier than new ship : GAG», «The Times of India», Βομβάη, 24 Ιουλίου 2009.

7. «Russia's arms exports to reach record $10bln in 2010», «Ria Novosti», 28 Οκτωβρίου 2010.

8. «Israel signs $400 million deal with Russia», United Press International, 15 Οκτωβρίου 2010.

9. «On Pentagon wish list: Russian copters», «The Wall Street Journal», Νέα Υόρκη, 8 Ιουλίου 2010.

10. «Russia to launch new batch of Glonass satellites by June», «Ria Novosti», 25 Ιανουαρίου 2011.

11. Βλέπε «L'armee russe en quete de reformes», «Le Monde diplomatique», Σεπτέμβριος 2000.

12. Αυτό το όνομα δόθηκε στο πρόγραμμα μεταρρυθμίσεων που δρομολόγησε το 1985 ο Μιχαήλ Γκορμπατσόφ.

13. «Medvedev calls for economy reform», BBC News, Λονδίνο, 12 Νοεμβρίου 2009.

14. «Russia Skolkovo may cost $2 billion in next 3 years-Vekselberg», «Ria Novosti», 1η Ιουλίου 2010.

15. Archie Brown, «The Gorbachev Factor», Oxford University Press, 1996.

* Δημοσιογράφος, συγγραφέας του «From Perestroika to Rainbow Revolutions, Reform and Revolution After Socialism», Hurst, Λονδίνο, 2011.


 http://geopolitics-gr.blogspot.com/2011/12/blog-post_7919.html

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου