Τετάρτη, 26 Μαΐου 2010

Ρόκα είναι καί γυρίζει καί η μίζα αυγατίζει

Θέλει μάρκα χιλιάδες λάδι γιά στους τροχούς
θέλουν κι οι χορηγείες την Ελβετία τους



Λεξικό παράρτημα:
Α. Η χορηγεία στην αρχαία Ελλαδα:
χορηγεία (η) [αρχ.][χορηγιών]1. ΙΣΤ. μία από τις λειτουργίες στην Αρχαία Αθήνα. Η υποχρέωση πλούσιου πολίτη να καταλάβει τα έξοδα του χορού γιά το ανέβασμα δράματος στη γιορτή των Μεγάλων Διονυσίων. 2. η καταβολή χρημάτων, γιά να πραγματοποιηθεί έργο κοινής ωφελείας: το έργο ολοκληρὠθηκε με τη ~ της Αρχιεπισκοπής ΣΥΝ. προσφορά, χορήγηση. 3. η προσφορά χρημάτων, γιά την πραγματοποίηση ενός σκοπού με ουσιαστικό στόχο τη διαφήμηση και προβολή αυτού που προσφέρει τα χρήματα: η εκπομπή πραγματοποιείται με την ευγενική ~ γνωστής τραπεζας 4. (συνεκδ.) το χρηματικό ποσόπου καταβάλλεται στις παραπάνω περιπτώσεις ΣΥΝ. χορήγημα

Β. Η χορηγεία στην τουρκοκρατούμενη Ελλαδα:
πεσκέσι (το) [χωρ. γεν.] 1. δώρο που αποτελείται κυρ. από φαγώσιμα είδη ή ποτά έφερα από τους συγγενείς σας ένα ~: δυό κιλά μπαρμπούνια και έναν αστακό ΣΥΝ δώρο, φίλεμα. 2. (κατ'επέκτ.) τυχαίο απόκτημα, ο΄τιδήποτε καλό έρχεται ξαφνικά, χωρίς προσπάθεια ή αντάλλαγμα: μαζί με την προαγωγή του'ρθε ~ και ο πρώτος λαχνός στο λαχείο. ΣΥΝ λαχείο, κελεπούρι.
[ΕΤΥΜ. <όψιμο ,εσμ. πεσκέσιον <τουρκ. peskes <περσ. pes-kas "δώρο]

Γ. Η χορηγεία στην γραφειοκρατούμενη Ελλαδα 1:
λάδωμα (το) [λαδώματος|-ατα, -άτων]4. (μτφ.) η παράνομη ή ύποπτη προσφορά χρημάτων υπέρ αυτού που κάνει την προσφορά: όπου δεν τα καταφέρνει με τον σταυρό, προχωρεί με το ~ ΣΥΝ εξαγορά, δωροδοκεία -(υποκ.) λαδωματάκι (το)

Δ. Η χορηγεία στην γραφειοκρατούμενη Ελλαδα 2:
μίζα (η) [μιζών] 1.(κακόσ.) η (νόμιμη ή μή) αμοιβή (κάποιου)γιά τη μεσολάβησή του σε μεγάλη αγοραπωλησία: πήρε μεγάλη ~ από την πώληση της τσιμεντοβιομηχανίας ΣΥΝ προμήθεια.
[ΕΤΥΜ < γαλλ. mise, θυλ. του mis, μτχ. τ. του ρ. mettre "βάζω, θέτω" (<λατ. mittere "στέλνω, αφήνω"). Το ίδιο ισχύει και με τη μίζα τού αυτοκινήτου, η οποία αποδίδει τη γαλλ. γρ. mise (en marche) εκκινητήρας"].

μιζαδόρος (ο)(κακόσ.) το πρόσωπο που παίρνει μίζες (γιά τη μεσολάβησή του σε μεγάλη αγοραπωλησίες).
[ΕΤΥΜ < μίζα +δόρος (βλ.λ)]





Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου